εξόριστος


εξόριστος
[эксористос] εκ. / ονσ. изгнанный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εξόριστος" в других словарях:

  • ἐξόριστος — expelled masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξόριστος — η, ο (AM ἐξόριστος, ον) [εξορίζω] αυτός που ζει σε εξορία, εξορισμένος αρχ. (για κακούργο) αυτός τού οποίου πέταξαν το πτώμα έξω από τα σύνορα τής πατρίδας …   Dictionary of Greek

  • εξόριστος, -η — ο ο εξορισμένος, που ζει σε εξορία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐξόριστον — ἐξόριστος expelled masc/fem acc sg ἐξόριστος expelled neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξορίστοις — ἐξόριστος expelled masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξορίστου — ἐξόριστος expelled masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξορίστους — ἐξόριστος expelled masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξορίστων — ἐξόριστος expelled masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξορίστῳ — ἐξόριστος expelled masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξόριστοι — ἐξόριστος expelled masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)